Πρώτες εκλογές χωρίς εσένα, χωρίς φασαρίες, χωρίς τις ιστορίες από τα παλιά, χωρίς τις ιστορίες για τον «πολιτσμάνο» που σε βούταγε από το γιακά, «να, έτσι», ακόμη κι επειδή κάπνιζες μέχρι αργά τη νύχτα στην αυλή, για τη διπλωμένη εφημερίδα από τον κυρ Νίκο στην Κανελλοπούλου. Ήταν το ’45, ήταν το ’47, ήταν το ’67, ήταν πολλά.
Ήταν η πίκρα για όλα τα χαμένα.
Και μετά ήρθε αυτή η κωλοΑυριανή που σε χάλασε, που σε έκανε αλλιώς, Εσένα, που έμαθες εμένα ότι πρέπει να διαβάζω ό,τι πέφτει στα χέρια μου, εφημερίδα, βιβλία, διαφημιστικά φυλλάδια :’), να μην τολμάω να μην έχω απάντηση στη σκληρότατη ερώτησή σου: «Εσύ τι λες γι΄ αυτό;»
Σπάνια είχα απαντήσεις που σου άρεσαν, μου φαίνεται.
Ούτε σήμερα θα είχα κάτι καλό να σου πω, ρε παππού.
Μόνο ένα πράγμα έχει αλλάξει.
Τώρα με ενοχλεί και μένα ο κόσμος που αλλάζει τόσο γρήγορα, τόσο άσχημα, τόσο εκκωφαντικά. Οι σειρήνες πάσης φύσεως μας τρελαίνουν. Δεν έχεις ιδέα. Και δεν είσαι κι εσύ εδώ να ρίξεις ένα μπινελικάκι περιποιημένο να γελάσουμε, να γουστάρουμε, να αλλάξουμε κανάλι, επειδή φοβόμαστε μη μας πάθεις τίποτα από το αίμα που σου ανέβαινε στο κεφάλι. Το αίμα που εσύ μας έμαθες ότι δεν αλλάζει χρώμα, ό,τι μαλακία κι αν πούμε πάνω στα νεύρα μας, και ότι, αν πότε μείνουμε μόνο δυο και τρεις, θα ξαναγίνουμε χίλιοι δεκατρείς.
Σ’ αγαπώ και μου λείπεις
ΥΓ.: Δεν έχει παντρευτεί κανείς μας, ο μπαμπάς ανεβαίνει με 180 τη Συγγρού, ο Θάνος έχει ακόμη μακριά μαλλιά και είναι κούκλος, και συνεχίζουμε να πλένουμε και να απλώνουμε τα ρούχα μας τις Κυριακές. Δεν προλαβαίνουμε αλλιώς! Μην γκρινιάζεις, σε ακούω
Πρόσφατα σχόλια